Θυμάμαι σαν να ΄ταν χτες, εκείνες τις μπλε ποδιές. Και εκείνο τον λευκό γιακά. Ακόμα πιο έντονα όμως, θυμάμαι την λαχτάρα που μας έπιανε, εκεί, αρχές Ιουνίου, όταν τα βιβλία έφταναν στο τέλος τους και τα μεσημέρια (όταν είμασταν απογευματινοί, γιατί τότε μια εβδομάδα πηγαίναμε πρωί και μία απόγευμα στο σχολειό), αντί να ακούμε τον Κύριο Μίμη, ακούγαμε τα τζιτζίκια που ξεφώνιζαν πάνω από τους ευκάλυπτους που κύκλωναν το σχολειό μου. Το δημοτικό μου, στο Παλαιό Φάληρο. Ήταν η εποχή που εκείνα τα μαγαζάκια (η έβγα, όπως τα λέγαμε), άρχισαν να γεμίζουν παγωτά τα ψυγεία τους και εμείς αρχίζαμε να μετράμε ένα - ένα τα παγωτά που θα τρώγαμε όλο το καλοκαίρι (...το ίδιο κάναμε και για τα μπάνια μας στη θάλασσα, αλλά τώρα μιλάμε για παγωτά...). Αγαπημένο, μάλλον λατρεμένο όλης της παρέας, το Tongo. Το ξυλάκι σε σχήμα και γεύση μπανάνας, με ένα χαμόγελο πανω του και ένα σοκολατένιο "σκουφάκι" πάνω - πάνω. Ευτυχώς, ενώ μπορώ να θυμηθώ ακριβώς τη γεύση του, αδυνατώ να κάνω το ίδιο και με τον αριθμό αυτών των παγωτών που κατανάλωσα μικρός ... Τότε, κάπου μεταξυ 1977 και 1982 Όταν επιτέλους ερχόταν η μέρα των ενδεικτικών, πετούσαμε ποδιές, βιβλία και σάκες όσο πιο μακρυά μας γινόταν και ΤΟΤΕ άρχιζε το καλοκαίρι μας. Πρωινό ξύπνημα ό,τι ώρα θέλαμε, όλη μέρα παιχνίδι με την παρέα. Κρυφτό, κυνηγητό, "μήλα", ποδήλατο, μπίλιες. Οι "παιδικές χαρές " μας τότε, δεν είχαν φράχτες γύρω-γύρω, αλλά όνομα: Οδός Τρίτωνος, Οδός Πλειάδων, Οδός Αγγελίδου... Τα μεσημέρια, οι μαμάδες μας φώναζαν η κάθε μία το παιδί της για φαγητό. Κάποια απ' αυτά τα μεσημέρια ήταν πιο αγαπημένα από τα άλλα... ο λόγος? Τα γ ε μ ι σ τ ά... γεύση καλοκαιριού, από μία ηλικία που χαρακτήρισε όλη μας την ζωή. Κουκουνάρι, σταφίδα, ντομάτες, πιπεριές. Συνεύρεση γευστική και ταξιδιάρικη σε θύμησες από γιαγιά, από μαμά, από ανεμελα καλοκαίρια. Θύμησες από καλοκαίρια που ακόμα και τώρα είναι ικανές να σε κάνουν να νιώσεις, να μυρίσεις, να βουρκώσεις. Καλοκαίρια που ο μόνος λόγος που θα μας έκανε να μαζευτούμε στο σπίτι το βράδυ, θα ήταν τα "καλαμάκια" που παράγγειλε ο μπαμπάς για βραδυνό. Καλοκαίρια που κάθε απόγευμα τους, μας έβρισκε εμάς τα αγόρια, την παλιοπαρέα, μαζεμένα κάτω από δέντρα να διαβάζουμε εκ περιτροπής, το τελευταίο τεύχος του Μίκυ Μάους, το Αγόρι, τη Βαβούρα (νομίζω πως ποτε ξανά δεν έχει διαβαστεί τόσο πολύ, τελευταία σελίδα περιοδικού. Ναι, για την "πολυκατοικία" λέω...). Κάθε παρασκευή, ένας από μας είχε την αποστολή του: να τρέξει στο περίπτερο να αγοράσει τα νέα τεύχη που κυκλοφορούσαν (τα κορίτσια τότε διάβαζαν την Μανίνα, την Κατερίνα και την Σούπερ Κατερίνα, αλλά ποιός νοιαζόταν τότε για τα κορίτσια? μπλιαξ...) Και προς το τέλος του καλοκαιριού, απλώναμε την περιοδικοπραμάτεια μας στο δρόμο σαν μια άτυπη αμερικάνικη αγορά περιοδικών για αγόρια! Το τι κάναμε τα έσοδα από τις πωλήσεις, θεωρώ πως ειναι περιτό να το αναφέρω... Καλοκαίρια που οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών ήταν ανοιχτά και οι καρδιές των ανθρώπων ακόμα πιο ανοιχτές. Άνθρωποι που δεν σε μάλωναν αν φώναζες λίγο παραπάνω (εκτός από τον κυρΒασίλη, τον θυρωρό της πολυκατοικίας). Εκείνα τα καλοκαίρια της δεκατίας του '80 στην Αθήνα.